εφύβριστος

ἐφύβριστος, -ον (Α) [εφυβρίζω]
1. ο άξιος ύβρεως, ο ασελγής, ο ακόλαστος, ο αισχρός («ἐφύβριστος τυραννίς», Ηρωδιαν.)
2. ευκαταφρόνητος, ευτελής.
επίρρ...
ἐφυβρίστως (Α)
1. κατά υβριστικό τρόπο, κατά αισχρό τρόπο
2. κατά ευτελή τρόπο («ἐφυβρίστως κατέστρεψε τὸν βίον», Ποσειδ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐφύβριστος — wanton masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφυβρίστως — ἐφύβριστος wanton adverbial ἐφύβριστος wanton masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφύβριστον — ἐφύβριστος wanton masc/fem acc sg ἐφύβριστος wanton neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφυβριστότερος — ἐφύβριστος wanton masc nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφυβρίστοις — ἐφύβριστος wanton masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφυβρίστου — ἐφύβριστος wanton masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφυβρίστους — ἐφύβριστος wanton masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφυβρίστων — ἐφύβριστος wanton masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφύβριστα — ἐφύβριστος wanton neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφύβριστε — ἐφύβριστος wanton masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.